εξοικονομώ

εξοικονομώ
εξοικονόμησα, εξοικονομήθηκα, εξοικονομημένος, μτβ.
1. κατορθώνω να βρω τα μέσα για να αντιμετωπίσω μια ανάγκη, τα βολεύω πρόχειρα: Εξοικονόμησε δάνειο.
2. με αιτ. προσωπικής αντων., δίνω τα αναγκαία τα απαραίτητα σε κάποιον, τον βοηθώ, τον βολεύω: Μας εξοικονόμησε τον καιρό της μεγάλης πείνας.
3. φρ., «εξοικονομώ τις περιστάσεις ή την περίσταση», τα βολεύω, τα καταφέρνω, τα φέρνω βόλτα.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • εξοικονομώ — εξοικονομώ, εξοικονόμησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εξοικονομώ — (AM ἐξοικονομῶ, έω) νεοελλ. 1. εξασφαλίζω τα αναγκαία για κάθε περίπτωση 2. διευκολύνω, βοηθώ κάποιον αρχ. 1. αφήνω στην άκρη, αποθηκεύω 2. απαλλοτριώνω, πουλώ 3. πραγματεύομαι ένα θέμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < εξ + οικο νομώ (< οικονόμος)] …   Dictionary of Greek

  • ψωμίζω — ΝΑ [ψωμός] ταΐζω κάποιον νεοελλ. μέσ. ψωμίζομαι εξοικονομώ τα αναγκαία για τη ζωή («ψωμίζεται κάνοντας δουλειές από δω και από κει») αρχ. 1. παρέχω σε κάποιον τροφή («ἐὰν οὖν πεινᾷ ὁ ἐχθρὸς σου, ψώμιζε αὐτόν», ΚΔ) 2. (σχετικά με αγκίστρι)… …   Dictionary of Greek

  • αποδέρω — ἀποδέρω (AM κ. ιων. τ. ἀποδείρω) αφαιρώ το δέρμα, γδέρνω μσν. 1. αποσπώ από το σύνολο, εξοικονομώ 2. ( ομαι) καταστρέφομαι …   Dictionary of Greek

  • βιοτεύω — (Α) 1. ζω, περνώ τη ζωή μου 2. εξοικονομώ τα προς το ζην, ζω από κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < βίοτος ή < βιοτή] …   Dictionary of Greek

  • βολεύω — 1. τακτοποιώ, κάνω να χωρέσουν πράγματα σε χώρο που μάλλον δεν επαρκεί, εξοικονομώ 2. (με αντικείμενο πρόσωπο) α) τακτοποιώ, αποκαθιστώ β) τον βάζω στη θέση του, τον αποστομώνω ή τον περιορίζω γ) γαμώ 3. φρ. α) «τα βολεύω» τα καταφέρνω, με… …   Dictionary of Greek

  • βόλτα — Ποταμός (1.500 χλμ.) της δυτικής Αφρικής. Διαρρέει τα κράτη Μπουρκίνα Φάσο (πρώην Άνω Βόλτα), Ακτή του Ελεφαντοστού και, κυρίως, την Γκάνα. Σχηματίζεται στη βορειοκεντρική Γκάνα από τη συμβολή των δύο μεγαλύτερων κλάδων του, του Μαύρου Β. και του …   Dictionary of Greek

  • γυροφέρνω — 1. περιφέρομαι 2. εξοικονομώ τα προς το ζην 3. προσπαθώ να πείσω κάποιον για κάτι 4. περιποιούμαι κάποιον για να πετύχω κάτι 5. απαντώ με υπεκφυγές …   Dictionary of Greek

  • γύρω — και γύρο και γύρα επίρρ. [γύρος] 1. κυκλικά, ολόγυρα 2. (χρονικά) περίπου 3. φρ. α) «έχω γύρω μου κάποιον» υποστηρίζομαι β) «τα φέρνω γύρω» τα καταφέρνω, εξοικονομώ τα προς το ζην γ) «φέρνω γύρω» περιφέρομαι …   Dictionary of Greek

  • διοικώ — (AM διοικῶ, έω) [οικώ] 1. ρυθμίζω, διευθετώ, διαχειρίζομαι 2. επαρκώ, φτάνω αρχ. μσν. είμαι επίτροπος μσν. 1. μέσ. κυβερνιέμαι, κανονίζω τη ζωή μου, περνώ τον καιρό μου 2. (για φατρίες τού Ιπποδρόμου) ενεργώ ως διευθυντής, ως υπεύθυνος αρχ. 1.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”